35 νεκροί, Σέρχιο Άλβαρες

35nekroiΜπογκοτά, 1965. Μια δραματική νύχτα του Ιουνίου, στη διάρκεια μιας στρατιωτικής επιχείρησης για τη σύλληψη και εκτέλεση του πλέον διαβόητου δολοφόνου της Κολομβίας, ένας στρατιώτης σκοτώνεται. Η αγαπημένη του, απελπισμένη, πέφτει στην αγκαλιά ενός μεγαλύτερου άντρα που την πολιορκούσε ερωτικά. Καρπός της συνεύρεσής τους ο ανώνυμος αφηγητής που ιστορεί τα τριάντα πέντε σκληρά χρόνια της ζωής του. Πάντα στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, κάνοντας ό, τι δεν έπρεπε να κάνει, ο ήρωας στη διάρκεια αυτών των χρόνων διασταυρώνεται με δεκάδες ανθρώπους: επαναστάτες δίχως επανάσταση, φαλλοκράτες αντάρτες, οργισμένους συμμορίτες, παραστρατιωτικούς κουρασμένους απ’ το αίμα, βαποράκια απατημένα απ’ τις γυναίκες τους, εξόριστους σε χώρες της Ευρώπης, αγνοούμενους και ευτυχισμένους ανθρώπους που πάντα γλεντάνε.

Ένα ξέφρενο ταξίδι στην Κολομβία των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Σε κάθε του παράγραφο συναντιούνται και συγκρούονται η τραγωδία και η ζωή, αποδεικνύοντας πως στη Λατινική Αμερική εξακολουθούν να θριαμβεύουν το κέφι, η βία, η εξορία και η λησμονιά. Ένα μυθιστόρημα με γλώσσα εκπληκτική, που θα αποτελέσει έργο αναφοράς της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«Πρόζα που κόβει την ανάσα, ανησυχητική, μαγευτικά ποιητική, που πάλλεται μπρος στα μάτια του έκπληκτου αναγνώστη».
(«Nurnberger Nachrichten»)

«Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται μεταξύ Ιουνίου 1965 και αυγής της 1/1/2000. Η πρώτη σκηνή διαδραματίζεται στην Μπογκοτά, με τη δολοφονία του Μποτόνες, του «πλέον διαβόητου δολοφόνου της Κολομβίας», από τις δυνάμεις του στρατού, την ίδια μέρα που η ερωμένη του συλλαμβάνει τον γιο τους.
Λίγο καιρό αργότερα, η Νίδια, χήρα ενός σκοτωμένου στην ίδια εκείνη επιχείρηση στρατιώτη, συνδέεται με τον Φάμπιο Κοράλ. Εκείνη πεθαίνει στη γέννα, ο απαρηγόρητος σύζυγος το ρίχνει στο ποτό και αυτοκτονεί ύστερα από μια αποτυχημένη απόπειρα να βγάλει άδεια εξόρυξης χρυσού, όταν ο γιος του είναι περίπου πέντε χρονών.
Αυτός ο (ανώνυμος) γιος είναι ο βασικός αφηγητής του βιβλίου· από τη δική του βιογραφική αφήγηση ξεπηδούν ―και διακλαδώνονται, διαπλέκονται ή και ενίοτε διατηρούν μια σχετική αυτονομία― σύντομα επεισόδια της ζωής πλήθους αφηγητών. Το άθροισμα επιχειρεί να ανασυνθέσει και να αποδώσει το πανόραμα της Κολομβίας στη διάρκεια αυτών των δεκαετιών: το αριστερό κίνημα ―η «Πρώτη Επαναστατική Κομμούνα» της Κολομβίας, ένα διάστημα ουτοπίας και συντροφικότητας― θα δώσει σύντομα τη θέση του σε μια χώρα και μια κοινωνία χαοτικές. Κάποιοι αριστεροί σύντροφοι της θείας που έχει υιοθετήσει τον ορφανό αφηγητή εξαφανίζονται. Ο ίδιος μπλέκει με μια συμμορία κλεφτρονιών από το σχολείο του. Κι όταν η θεία του πεθαίνει, η ζωή του θα μετατραπεί σε μια περιπλάνηση και επιβίωση συνδεδεμένη πρωτίστως με τις γυναίκες που γνωρίζει κι ερωτεύεται.
Πέραν των εκάστοτε σκιωδών Προέδρων και πολιτικών της χώρας, το κοινό σημείο ανταρτών, αριστερών φοιτητών, στρατού, αστυνομίας, μαφίας, ακροδεξιών παραστρατιωτικών, μεγαλεμπόρων ναρκωτικών ή όπλων, ακόμα και θεατών σε ποδοσφαιρικό αγώνα, είναι ότι όλοι οπλοφορούν και όλοι χρησιμοποιούν τα όπλα τους εναντίον όλων, χωρίς να είναι καν διακριτά τα όρια μεταξύ των διαφόρων ομάδων ― μια απέραντη συνενοχή. Κοινός παρονομαστής και μέγα διακύβευμα σ’ αυτή τη μακάβρια ρουλέτα, το χρήμα: η κοκαΐνη.
Ο πρωταγωνιστής-αφηγητής ακολουθεί το ρεύμα της Ιστορίας: εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο, ζητιανεύει, κατατάσσεται διά της βίας στον τακτικό στρατό, διαπράττει κλοπές, είναι παρών στη μάχη που δίνουν αντάρτες και στρατός όταν οι πρώτοι εισβάλλουν και καταλαμβάνουν το Δικαστικό Μέγαρο, κλέβει, βρίσκεται στο Μεντεγίν, γνωρίζεται με μαφιόζο, αργότερα κάνει έναν τακτοποιημένο γάμο και γίνεται πατέρας (όμως ο ευυπόληπτος πεθερός του, ο οποίος επιδίδεται σε ξέπλυμα χρήματος από εμπόριο ναρκωτικών, πέφτει σε δυσμένεια λόγω αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών), παρακολουθεί τις σφαγές που οργανώνουν οι παραστρατιωτικοί με σκοπό την ιδιοποίηση γαιών, και όταν αδυνατεί να σκοτώσει έναν συνδικαλιστή, που αποδεικνύεται γνώριμος από το πάλαι ποτέ αριστερό παρελθόν του, βρίσκεται με πλαστά έγγραφα στην Ισπανία, κάνει το βαποράκι, έρχεται σε επαφή με τους Κολομβιανούς εμιγκρέδες… Ποιο είναι το μοναδικό στοιχείο που τον διαφοροποιεί από τους άλλους; Ότι δεν σκότωσε ποτέ του.

Και κάπου εκεί, παραμονή Πρωτοχρονιάς και εξαιτίας μιας στραβοτιμονιάς, βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν μεγαλέμπορο και προμηθευτή κοκαΐνης, ο οποίος του χαρίζει μια ζωή που πια δείχνει να μην τη θέλει. Μια ζωή τριάντα πέντε χρόνων με ισάριθμους αγαπημένους του, νεκρούς. Όμως ο παρ’ ολίγον δολοφόνος του του λέει και μιαν ιστορία, από την οποία προκύπτει πως ο μεγαλέμπορος είναι ο γιος του Μποτόνες…» – Μεταίχμιο

» Με ρεαλισμό που… σπάει κόκαλα, με γλώσσα γεμάτη ρυθμικότητα στα όρια της ποιητικότητας και με ύφος που απορυθμίζει κάθε έννοια υπερβολής ή στράτευσης, καταφέρνει να φτιάξει ένα μυθιστόρημα αναφοράς.»- diavaseme.gr

«Συγκλονιστικό από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Ένα είδος μυθιστορήματος που ακολουθεί μια άλλη παράδοση από εκείνη μιας απλής αφήγησης και θυμίζει έντονα την προσέγγιση του Τζον Ντος Πάσος στην Τριλογία USA. Ακόμη αναμένεται ο Έλληνας συγγραφέας που θα μπορέσει, μέσα από το μυθιστόρημα, να απεικονίσει τη σύγχρονη Ελληνική Ιστορία… – δρόμος της αριστεράς

«Ένα ξέφρενο ταξίδι στην Κολομβία των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Σε κάθε του παράγραφο συναντιούνται και συγκρούονται η τραγωδία και η ζωή, αποδεικνύοντας πως στη Λατινική Αμερική εξακολουθούν να θριαμβεύουν το κέφι, η βία, η εξορία και η λησμονιά. Ένα μυθιστόρημα με γλώσσα εκπληκτική, που θα αποτελέσει έργο αναφοράς της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.» – neolaia.gr

Σχετικά links: