Φως στον Αύγουστο, Γουίλιαμ Φώκνερ

fostonaugoustoΒραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1949, δύο Βραβεία Πούλιτζερ και το Βραβείο Εθνικού βιβλίου (ΗΠΑ) το 1955. Το 1939 εκλέχθηκε μέλος του Εθνικού Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων των ΗΠΑ και το 1948 έγινε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας. Στην Ελλάδα τιμήθηκε το 1957 με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

«…βασανισμένα πλάσματα όλοι τους, πληγωμένα ζώα που γίνονται άνθρωποι παλεύοντας με τη μοίρα τους, άνθρωποι χαρακωμένοι από τα νύχια του πεπρωμένου, πολύ περήφανοι για να παραιτηθούν, αξιοπρεπείς μέσα στην πιο ακραία απελπισία και απόγνωση.»

Καθισμένη πλάι στο δρόμο, η Λένα κοιτάει το κάρο που σκαρφαλώνει στο λόφο και συλλογιέται: «Έρχομ’ από πέρα, απ’ την Αλαμπάμα. Δεν είν’ και λίγο. Από την Αλαμπάμα με τα πόδια – δεν είν’ και λίγο.» Και συλλογιέται, ούτ’ ένα μήνα δεν έχω που ‘φυγα και να ‘μαι κιόλας στο Μισισιπή, μακρύτερα από ποτέ απ’ το σπίτι μου. Από δώδεκα χρονώ παιδί, δεν έχω βρεθεί άλλη φορά τόσο μακριά από το Ντόανς Μιλ.
Και στο Ντόανς Μιλ, μετά που πέθαναν οι γονείς της είχε πρωτοπάει, παρότι κατέβαινε στην πόλη έξι ή οκτώ Σάββατα το χρόνο, με το κάρο, φορώντας τα παραγγελμένα με το ταχυδρομείο φουστανάκια της, τα πόδια ξυπόλητα πάνω στο τραχύ ξύλο και τα παπούτσια της τυλιγμένα σ’ ένα κομμάτι χαρτί, πλάι της στο κάθισμα. Φορούσε τα παπούτσια της μόλις προτού φτάσει το κάρο στην πόλη. Αφότου έγινε μεγάλο κορίτσι, ζητούσε από τον πατέρα της να κάνει μια στάση στα πρώτα σπίτια και να την αφήσει να κατέβει για να περπατήσει λίγο. Δεν του ‘λεγε γιατί προτιμούσε το περπάτημα παρά να συνεχίσει με το κάρο. Εκείνος θαρρούσε πως ήταν εξαιτίας των καλοστρωμένων δρόμων, των πεζοδρομίων. Μα η Λένα το ήθελε επειδή λογάριαζε πως όσοι την έβλεπαν να πηγαίνει με τα πόδια θα νόμιζαν ότι έμενε κι αυτή στην πόλη. [. . .]

Σχετικά links: