Τα παιδιά της ζωής, Πιερ Πάολο Παζολίνι

ta-paidia-tis-zoisΤο βιβλίο αρχίζει να γράφεται το 1950 και εκδίδεται το 1955. Είναι η πρώτη μεγάλη συγγραφική επιτυχία του Παζολίνι. Γραμμένο όλο σε ρομανέσκο και γεμάτο από γλωσσικούς ιδιωματισμούς που χρησιμοποιεί ο υπόκοσμος, αναστάτωσε τη φιλολογική ζωή της Ιταλίας του ’55 με την ωμότητα του θέματος και το γλωσσικό πειραματισμό της μεταφοράς κι αναδημιουργίας της γλώσσας ενός λούμπεν προλεταριάτου, που ποτέ πριν δεν είχε κοιταχτεί με μάτι τόσο παρατηρητικό, χωρίς καμιά διάθεση να καλυφθεί η σκληρή αλήθεια της διήγησης. Η αγάπη, ο οίκτος, η τρυφερότητα και η τέχνη που κρατούν ενωμένα τα διάφορα επεισόδια του βιβλίου τράβηξαν την προσοχή όχι μόνο των ειδικών αλλά και του αναγνωστικού κοινού. (Από τον πρόλογο του Βαγγέλη Ηλιόπουλου)

Τα πρώτα δύο μέρη της τριλογίας, «Τα παιδιά της ζωής» (1955, «Ragazzi di vita»), γραμμένο σε ένα μίγμα Ιταλικών και διαλέκτων της Ρώμης, και «Μία βίαιη ζωή» (1959, «Una vita violenta»), καθιέρωσαν τον Παζολίνι ως συγγραφέα. Σε αυτά τα έργα αποτύπωσε με μία νεορεαλιστική προσέγγιση τη ζωή του προλεταριάτου και την αφύπνιση της κοινωνικής συνείδησης.
Όταν πρωτοεκδόθηκε το έργο «Τα παιδιά της ζωής» κατηγορήθηκε για αισχρότητα και κατασχέθηκε από την αστυνομία κατόπιν εντολής του Πρωθυπουργού Antonio Segni. [Εκδόσεις Οδυσσέας]

«Τα παιδιά της ζωής αφηγούνται, με γρήγορο, σχεδόν αγχωτικό, συχνά μονότονο αφηγηματικό ρυθμό τη ζωή των νεαρών αγοριών στις παραγκουπόλεις της Ρώμης στο τέλος της δεκαετίας του ’40 και στην αρχή της δεκαετίας του ’50…. Κάποιοι αναγνώστες ίσως δυσανασχετήσουν μ’ αυτήν την απελέκητη γλώσσα, την τόσο γεμάτη βωμολοχίες. Κάποιοι άλλοι πιθανόν να ενοχληθούν από το ασίγαστο μπιτ της αφήγησης, τον διαρκή κοφτό ρυθμό της, που δεν ησυχάζει πουθενά και, αρκετά συχνά, καταντά ένα μονότονο τριβέλισμα. Σίγουρα η πλοκή είναι χαλαρή, ο Παζολίνι δεν ενδιαφέρεται να κεντήσει μια συγκεκριμένη ιστορία, αλλά να αποδώσει μια ατμόσφαιρα.» – Τα Νέα

«As with most obsessions, Pasolini’s can become burdensome through drumming repetition. His depiction of squalor grows numbing by sheer insistence, which is not to deny the novel a measure of power and a painful authenticity.» – Publishers Weekly

Σχετικά links: